Ρύζι, κριθάρι, κριθαράκι

Το κριθαράκι ή αλλιώς μανέστρα είναι ζυμαρικό της ελληνικής και ιταλικής κουζίνας με ωοειδές σχήμα – πεπλατυσμένο στο κέντρο και μυτερότερο στα άκρα – και μέγεθος κόκκου ρυζιού ή σιταριού ή και μεγαλύτερο.

Φτιάχνεται από σιμιγδάλι το οποίο αρχικά ζυµώνεται µε νερό και στη συνέχεια πιέζεται µέσα από κατάλληλα καλούπια και παίρνει το γνωστό σχήµα.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι ανήκει στην οικογένεια των δημητριακών αφού η βάση του ζυμαρικού αυτού είναι το σιτάρι. Στην οικογένεια των δημητριακών η κατηγορία των σιτηρών περιλαμβάνει το ρύζι, το κριθάρι, το σιτάρι και άλλα παρεμφερή είδη.

( αραβ. lisān al-‘uṣfūr («γλώσσα πουλιού που κελαηδάει»), tlitli – ιταλ. manestra, orzo, risoni, risi. Η λέξη μανέστρα είναι βενετικής προέλευσης, από την ιταλική λέξη minestra (< λατ. ministrare/minestrare: σερβίρω < λατ. minister: υπηρέτης).

sitari3_full

Το σιμιγδάλι (αρχ. ελλην. σεμίδαλις) είναι ονομασία που αναφέρεται σε θραύσματα του κόκκου των σιτηρών ιδιαίτερα του σκληρού σταριού, τα οποία παρασκευάζονται με την άλεση κόκκων που είχαν αρχικά διαβραχεί, διαδικασία η οποία ακολουθείται από ξήρανση και κοσκίνισμα. Ο όγκος των κόκκων ποικίλει από πολύ μικρός (όπως ένας κόκκος αλατιού, ψιλό σιμιγδάλι) έως αρκετά μεγάλος (όπως ένας κόκκος ζάχαρης, χονδρό σιμιγδάλι). Το σιμιγδάλι διακρίνεται σε αυτό που προέρχεται από την περιφέρεια του κόκκου και είναι γνωστό ως ντυμένο και σε αυτό που προέρχεται από το κέντρο του κόκκου, το οποίο δεν φέρει μέρος τού περιβλήματος και είναι γνωστό ως γυμνό. Εξαιτίας του περιβλήματος το πρώτο είναι πιο σκουρόχρωμο από το δεύτερο.

krithari2

Η ονομασία κριθαράκι, τόσο στα ελληνικά όσο και στα ιταλικά προέρχεται από το δημητριακό κριθάρι.

Το κριθάρι είναι από τα αρχαιότερα φυτά που καλλιεργούνται και για χιλιάδες χρόνια αποτελούσε κύρια τροφή για τον άνθρωπο. Οι σημερινές ποικιλίες φαίνεται να προέρχονται από το άγριο είδος Hordeum spontaneum, αυτοφυές από την Κασπία Θάλασσα και τον Καύκασο μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα. Το τετράστοιχο κριθάρι (Hordeum vulgare ή tetrastichon) είναι διαδεδομένο ως σήμερα στη Ρωσία, το Τουρκεστάν, τη Βόρειο Αφρική, αλλά και στη Βόρειο Αμερική. Σε αυτόν τον τύπο ανήκουν οι ποικιλίες που αντέχουν στο κρύο περισσότερο από κάθε άλλο κριθάρι, ενώ το εξάστοιχο κριθάρι (Hordeum hexastichon), μορφή που καλλιεργείται από πολύ παλιά εποχή έως σήμερα στη νότια Ευρώπη και την ανατολική Ασία, απεικονίζεται καθαρά σε μερικά από τα αρχαιότερα νομίσματα στην Ευρώπη. Το 16ο αιώνα η επέκταση της καλλιέργειας του σιταριού στην ηπειρωτική Ευρώπη και η εισαγωγή της πατάτας οδήγησαν σε ανάπτυξη ποικίλων τύπων ζυμαρικών από σιμιγδάλι και ελάττωση της χρήσης κριθαριού στη μαγειρική.

Πιθανόν orzo (κριθάρι) να σημαίνει και η λέξη ορύζιν στο βυζαντινό έργο «Περί τῆς Βασιλείου Τάξεως». Η σύγχρονη λέξη orzo (κριθάρι), χρησιμοποιείται στα ιταλικά και για το ζυμαρικό. Αν και σε πολλές περιοχές της Ιταλικής κουζίνας το κριθαράκι χρησιμοποιείται εναλλακτικά σαν ρύζι.

rice_full

Το ρύζι είναι μονοκοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των Ποοειδών (Poaceae) ή Αγρωστωδών (Gramineae), που απαντάται σε δύο είδη (Oryza sativa, Όρυζα η ήμερη και Oryza glaberrima, Όρυζα η λειοτάτη) με καταγωγή από την τροπική και υποτροπική Νότια Ασία και την Αφρική. Το ρύζι συνήθως αναπτύσσεται σε ύψος 1-1,8 μέτρα, με μακριά λεία φύλλα 50-100 εκατοστά σε μήκος και 2-2,5 εκατοστά πλάτος. Τα μικρά του άνθη βγαίνουν σε κλαδιά 30-50 εκατοστών. Ο σπόρος είναι κοκκώδης (caryopsis) με μήκος 5-12 χιλιοστά και 2-3 χιλιοστά διατομή.

Save

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *